Η μαλακή βουτυρώδης σάρκα ενός ώριμου αβοκάντο αποτελεί μια ελκυστική και υγιή επιλογή για όλο και περισσότερους καταναλωτές που, με την καθοδήγηση των διαιτολόγων και των σεφ, επιλέγουν να το προσθέσουν στο καλάθι των αγορών τους με αποτέλεσμα αυτό το εξωτικό φρούτο να το γεύονται πλέον όλο και περισσότεροι άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο.


Ωστόσο, τα αβοκάντο μπορεί να μην είναι τόσο πράσινα όσο φαίνονται καθώς η δημοτικότητά τους έχει επιφέρει κερδοφόρες ευκαιρίες για τους αγρότες που, όμως, προκαλούν μεγάλες περιβαλλοντικές ανησυχίες σε ό,τι αφορά την παραγωγή τους που προκαλεί την αποψίλωση των δασών στο Μεξικό, μια χώρα που παράγει το 32% (1.480.000 τόνοι) των 4,7 εκατομμυρίων τόνων που συγκομίζονταν σε παγκόσμιο επίπεδο το 2013.
Στις υπόλοιπες χώρες που αποτελούν σημαντικούς παραγωγούς του αβοκάντο περιλαμβάνονται η Δομινικανή Δημοκρατία, η Κολομβία, το Περού και η Ινδονησία, που συνολικά παράγουν 1,3 εκατομμύρια τόνους ή το 28% της παγκόσμιας παραγωγής.
Μόνο η Ευρωπαϊκή Ενωση εισάγει περίπου 440.000 τόνους αβοκάντο κάθε χρόνο, ενώ στις ΗΠΑ το 2014 η κατανάλωση του καρπού υπερδιπλασιάστηκε σε σχέση με το 2005 και σχεδόν τετραπλασιάστηκε σε σχέση με το 2000.
Η άνοδος των τιμών του αβοκάντο, εξαιτίας της καλπάζουσας δημοφιλίας του, προκάλεσε την παράνομη αποψίλωση δασών στο Μεξικό. Μεταξύ του 2001 και του 2010, η παραγωγή αβοκάντο στην πολιτεία Μιτσοακάν του Μεξικού τριπλασιάστηκε και οι εξαγωγές δεκαπλασιάστηκαν, σύμφωνα με μια έκθεση που δημοσιεύτηκε το 2012 από το Ινστιτούτο Tapia Vargas’s.
Σύμφωνα με την έκθεση, η αύξηση της καλλιέργειας αβοκάντο προκάλεσε την απώλεια δασικής γης κατά περίπου 690 εκτάρια (1.700 στρέμματα ) τον χρόνο, μεταξύ 2000 και 2010.
Συν τοις άλλοις, ένας συνδυασμός της αυξανόμενης ζήτησης για αβοκάντο και της κατά 16% υποτίμησης του πέσο έναντι του δολαρίου πέρσι οδήγησε σε φτηνότερες εξαγωγές από το Μεξικό, κάτι που σημαίνει ότι οι Μεξικανοί αγρότες κερδίζουν σήμερα περισσότερα χρήματα από αβοκάντο από ό,τι μπορούν να κερδίσουν από τις περισσότερες άλλες καλλιέργειες.
Και επειδή η βιομηχανία παραγωγής τροφίμων συμβαδίζει πάντα με τη ζήτηση, σπάνια εξετάζονται οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των τροφίμων «της μόδας», καθώς αυτό που συνήθως κυριαρχεί είναι τα οφέλη για την υγεία που παρέχουν μέσα από τα αλλεπάλληλα δημοσιεύματα που καθορίζουν το σύγχρονο life style στη διατροφή.
Η άνοδος της κατανάλωσης του αβοκάντο, αφανίζοντας ολόκληρα δάση, λόγω της αύξησης της παραγωγής με στόχο τα περισσότερα κέρδη, οδηγεί και σε μια σειρά περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Ανάλογες καταστάσεις έχει επιφέρει η παραγωγή φασολιών σόγιας και του καλαμποκιού, όπου η παραγωγή και το εμπόριο εξαρτώνται από συγκεκριμένες, συνήθως ημι-τροπικές περιοχές του κόσμου.

Σοκολάτα, καφές, σκόρδο

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προκαλούνται από τις ορέξεις μας είναι ένα θέμα το οποίο έχει επίσης ανακύψει από την παραγωγή και άλλων «πολυτελών» αγαθών, όπως η σοκολάτα και ο καφές.
Για παράδειγμα, σκεφτείτε το σκόρδο, ένα άλλο βασικό συστατικό της γουακαμόλε, της μεξικάνικης σάλτσας που παρασκευάζεται με βάση το αβοκάντο... Η παγκόσμια παραγωγή του βολβού έχει αυξηθεί από 4 έως 24 εκατομμύρια τόνους ετησίως από το 1960. Περίπου το 80% παράγεται στην Κίνα.
Η τεράστια ζήτηση για καλλιέργειες διατροφικής αξίας που παρέχουν συγκεκριμένες γεύσεις, όπως το σκόρδο και το τσίλι (το οποίο καταγράφει επίσης εκθετική αύξηση στην παγκόσμια παραγωγή), έχει επίσης ως αποτέλεσμα την εμφάνιση των λαθραίων καλλιεργειών που σήμερα αποκομίζουν πολλά εκατομμύρια ευρώ από μια παράνομη και σε μεγάλο βαθμό αόρατη βιομηχανία.

Αυτές οι καταστάσεις κάνουν τα πράγματα πολύ περίπλοκα για όποιον θέλει να ακολουθήσει μια υγιεινή διατροφή ή να συμβαδίσει με τη μόδα στη διατροφή με καθαρή συνείδηση.
Κι αυτό διότι οι πιστοποιήσεις που συνδέονται με τη βιοποικιλότητα και την αειφορία μπορεί πλέον να συνοδεύουν τα ψάρια, τον καφέ και τη σοκολάτα, ωστόσο είναι είτε σπάνιες είτε εντελώς ανύπαρκτες για πολλά από τα βότανα, τα μπαχαρικά και τα συστατικά που χρησιμοποιούμε σε μικρές ποσότητες προκειμένου να εξασφαλίσουν ιδιαίτερες γεύσεις στις συνταγές μας.
Πολλές από τις μεγαλύτερες καλλιέργειες, όπως τα δημητριακά, η ζάχαρη και πολλά φρούτα έχουν σήμερα μια κληρονομιά αξιοπιστίας και ιχνηλασιμότητας, όπου η βιωσιμότητα αξιολογείται κατά μήκος των αλυσίδων εφοδιασμού τους. Τα προγράμματα για την εκτίμηση της βιωσιμότητας της παραγωγής τροφίμων έχουν καθοριστεί εδώ και δεκαετίες από οργανώσεις όπως η βρετανική LEAF και η διεθνής Global GAP.

Αλλά φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι αυτά επικεντρώνονται αποκλειστικά και μόνο για την περιβαλλοντική πιστοποίηση των ψαριών, του κρέατος και για είδη διατροφής ευρείας κατανάλωσης και όχι για τα συστατικά υψηλής αξίας που χρησιμοποιούμε, απλά και μόνο γιατί τα καταναλώνουμε σε μικρότερες ποσότητες.

Ευαισθητοποίηση

Ποιες θα μπορούσαν να είναι οι προτεινόμενες λύσεις; Σύμφωνα με τους επιστήμονες, η ευαισθητοποίηση των καταναλωτών αποτελεί το πρωταρχικό «κλειδί» και οι χρηστικές και κατανοητές οδηγίες σχετικά με τη βιωσιμότητα αποτελούν έναν σημαντικό παράγοντα προκειμένου να καταστούμε υπεύθυνοι καταναλωτές.
Κατά δεύτερον, η αστική και «κάθετη» γεωργία, όπου οι καλλιέργειες αναπτύσσονται σε ελεγχόμενα περιβάλλοντα, έχουν να διαδραματίσουν έναν σημαντικό ρόλο. Κι αυτό διότι επιτρέπουν στα εστιατόρια και σε άλλους καταναλωτές να προμηθεύονται τα βότανα, το σκόρδο και τα φυλλώδη λαχανικά από τοπικούς καλλιεργητές, οι οποίοι μπορούν να παρέχουν ανταγωνιστικά προϊόντα υψηλής αξίας σε μικρές ποσότητες.

Πηγή:efsyn.gr

Δημοσίευση σχολίου

Από το Blogger.