«Τα σημερινά κατακερματισμένα και μη επιχειρησιακά συστήματα της Ελλάδας δεν διαθέτουν τη συμβατή επιστημονική, γεωγραφική και λειτουργική πληρότητα των προδιαγραφών του GCOS για την καταγραφή του κλίματος και της κλιματικής αλλαγής και χωρίς κοινή σχεδίαση και συνισταμένη δεν μπορούν να παράγουν οικονομική, αναπτυξιακή και κοινωνική υπεραξία. Είμαστε, δυστυχώς, η μόνη ευρωπαϊκή χώρα χωρίς εθνική βάση κλιματολογικών δεδομένων που να είναι ανοιχτή και ηλεκτρονικά προσβάσιμη στους δημόσιους φορείς, τα ΑΕΙ, τα ερευνητικά κέντρα και τον πολίτη» υποστηρίζει ο μετεωρολόγος Βασίλης Κωστόπουλος.

Ακούμε καθημερινά στις ειδήσεις τις προβλέψεις για τον καιρό τις επόμενες μέρες, χωρίς να συνειδητοποιούμε τις πολυδάπανες γνωστικές και τεχνολογικές προϋποθέσεις αυτών των προβλέψεων, οι οποίες, σε σχέση με το παρελθόν, έχουν γίνει εντυπωσιακά ακριβείς. Ζητήσαμε από έναν γνωστό Eλληνα μετεωρολόγο, τον Βασίλη Κωστόπουλο, να μας παρουσιάσει την τεχνο-επιστημονική εξήγηση αυτού του «θαύματος» αλλά και να μας μιλήσει για τις ασυγχώρητα πολυχρονισμένες «ελλείψεις» της χώρας μας σ’ αυτόν τον τομέα.

• Παρατηρούμε, τις τελευταίες δεκαετίες, μια αξιοσημείωτη βελτίωση στην ακρίβεια των προγνώσεων του καιρού. Μέσα από ποια βήματα έγινε αυτό εφικτό;

Η επιτυχία των μετεωρολογικών μας προβλέψεων είναι πραγματική και δεν προέκυψε καθόλου τυχαία. Είναι το προϊόν των τεράστιων επενδύσεων που έχουν γίνει εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα στην επιστημονική κατανόηση του καιρού και του κλίματος.

Δεν τονίζεται ποτέ όσο θα έπρεπε ότι η σύγχρονη παγκόσμια έρευνα και η κοινή μεθοδολογία για τη διαμόρφωση των ομοιόμορφων επιστημονικών μετρήσεων και των τεκμηριωμένων πληροφοριών σχετικά με τον καιρό και το κλίμα ήταν ευρωπαϊκό επίτευγμα, που πραγματοποιήθηκε το 1873 χάρη στη δημιουργία του Διεθνούς Μετεωρολογικού Οργανισμού (ή IMO).

Εκτοτε όλα τα κράτη συμφώνησαν για την αναγκαιότητα μιας κοινής και παγκόσμιας ερευνητικής προσπάθειας. Το 1949 ο IMO μετονομάστηκε σε Παγκόσμιο Μετεωρολογικό Οργανισμό (WMO) και τέθηκε υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών.

Το επόμενο αποφασιστικό βήμα ήταν η σύσταση από τον WMO και το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών του Intergovernmental Panel on Climate Change (IPCC) που λειτουργεί από το 1988.

Ολες οι τεκμηριωμένες πληροφορίες για τον καιρό και το κλίμα, οι παγκόσμιες προειδοποιήσεις για φυσικές καταστροφές, για επικείμενους καιρικούς ή κλιματολογικούς κινδύνους, για την ασφάλεια των μεταφορών και τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων και διαστημικών εκτοξεύσεων, καθώς και όλες οι επιστημονικές δημοσιεύσεις παγκοσμίως βασίζονται αποκλειστικά στο Παγκόσμιο Σύστημα Κλιματολογικής Παρατήρησης (Global Climate Observing System ή GCOS).

Το κόστος επιχειρησιακής λειτουργίας, έρευνας και περαιτέρω ανάπτυξης του GCOS και των συστημάτων μοντελοποίησης καιρού και κλίματος μόνο για την Ευρώπη υπερβαίνει τα 2,5 δισ. ευρώ ετησίως! Εάν δεν υπήρχε αυτή η παγκόσμια επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία που επέτρεψε τη δημιουργία ενός παγκόσμιου συστήματος προειδοποίησης για τους φυσικούς κινδύνους, την ασφάλεια αεροπλοΐας, ναυσιπλοΐας, κατασκευών κ.λπ., τότε κάθε κράτος θα έπρεπε -με τεράστιο κόστος- να αναπτύξει ένα δικό του σύστημα το οποίο θα ήταν ανέφικτο να συλλειτουργεί ή να συνεργάζεται με τα συστήματα των άλλων κρατών.

Πάντως το παγκόσμιο σύστημα παρατήρησης και πρόγνωσης του καιρού και του κλίματος δεν είναι στατικό: ανανεώνεται συνεχώς επειδή μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι μέθοδοι και οι τεχνολογίες παρατήρησης αναπτύσσονται με ραγδαίους ρυθμούς (τεχνολογίες υπερυπολογιστών, ραντάρ καιρού, μετεωρολογικοί δορυφόροι, δορυφόροι παρατήρησης Γης κ.ά.).

Για παράδειγμα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κοινές ευρωπαϊκές ανάγκες για δορυφορική παρατήρηση και αριθμητική πρόγνωση καιρού και κλίματος, η Ευρώπη ίδρυσε δύο διακρατικούς-διεθνείς μετεωρολογικούς οργανισμούς: το 1972 τον οργανισμό ECMWF για την κοινή ευρωπαϊκή μοντελοποίηση (European Center for Medium Weather Forecast) και το 1986 τον EUMETSAT για την κοινή ευρωπαϊκή δορυφορική παρατήρηση (European Meteorological Satellites).

Μάλιστα από πέρσι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μετά από ειδική προγραμματική συμφωνία, ανέθεσε τη σχεδίαση και την υλοποίηση των ερευνητικών διαδικασιών για την παροχή κεντρικών υπηρεσιών στο πεδίο της κλιματικής αλλαγής, στο European Center for Medium Weather Forecast ή ECMWF.

Οι κεντρικές υπηρεσίες κλίματος περιλαμβάνουν τους ακόλουθους τομείς: Διαχείριση υδάτων, Ενέργεια, Γεωργία, Δασοπονία, Υγεία, Τουρισμός, Υποδομές, Ασφαλιστικός τομέας, Εκτίμηση επικινδυνότητας κλιματολογικών φυσικών καταστροφών, Ασφάλεια μεταφορών και Διαχείριση παράκτιων ζωνών.

• Εφόσον η συστηματική παρατήρηση είναι το βασικό συστατικό και η προϋπόθεση για τη βελτίωση της προγνωστικής μας ικανότητας, σε τι κατάσταση βρίσκεται σήμερα η χώρα μας σε αυτόν τον τομέα;

Η Ελλάδα έγινε επίσημα μέλος του Διεθνούς Μετεωρολογικού Οργανισμού το 1935, αφού προηγουμένως το 1931 επί υπουργίας Αλέξανδρου Ζάννα ιδρύθηκε η ΕΜΥ (Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία) χάρη στη συνένωση των ήδη υφιστάμενων δραστηριοτήτων και κυρίως υποδομών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, της Υδρογραφικής Υπηρεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, του Πυροβολικού, των υπουργείων Συγκοινωνιών και Γεωργίας, με σκοπό τη διαμόρφωση και τη λειτουργία ενός μοναδικού δικτύου μετεωρολογικών σταθμών για τη χώρα.

Παρά την αρχική πρόθεση του νομοθέτη να λειτουργεί ένα μοναδικό δίκτυο που θα συγκεντρώνει τις μετρήσεις από διαφορετικά είδη σταθμών (αεροναυτικοί, γεωργικοί, υδρογεωλογικοί, κλιματολογικοί κ.ά.) για όλη την επικράτεια, νόμος της κατοχικής κυβέρνησης έδωσε τη δυνατότητα για τη δημιουργία και άλλων αυτόνομων δικτύων στη χώρα.

Η μελέτη που πραγματοποιήθηκε επί υπουργίας Αν. Πεπονή κατέγραψε σε όλη την επικράτεια εγκατεστημένους 1.613 σταθμούς και σε λειτουργία 1.066, ενώ η χώρα, σύμφωνα με τις τεχνικές οδηγίες του GCOS και πρόσφατη μελέτη του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρώπης (Joint Research Center-JRC), χρειάζεται περίπου 300, στους οποίους περιλαμβάνονται και σταθμοί σε όλα τα νησιά με μόνιμη ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα.

Αυτό το σύστημα των κατακερματισμένων δικτύων που καταγράφηκε το 1987 αποτελείται από παραδοσιακά επιστημονικά όργανα που ήταν εγκατεστημένα σε ξύλινους μετεωρολογικούς κλωβούς και εξυπηρετείται από ανθρώπινο δυναμικό.

Από τη δεκαετία του 1990 και μετά δημιουργήθηκαν νέα κατακερματισμένα συστήματα με πάνω από 1.000 σταθμούς που, στη συντριπτική τους πλειονότητα, δεν απαιτούν ανθρώπινη παρουσία.

Η απουσία όμως «διαλειτουργικότητας» των συστημάτων, δηλαδή κοινής συντήρησης και συλλογής μετρήσεων, κατέληξε στην προοδευτική κατάργηση της λειτουργίας της πλειονότητας των σταθμών που εγκαταστάθηκαν.

Τα σημερινά κατακερματισμένα και μη επιχειρησιακά συστήματα της Ελλάδας δεν διαθέτουν τη συμβατή επιστημονική, γεωγραφική και λειτουργική πληρότητα των προδιαγραφών του GCOS για την καταγραφή του κλίματος και της κλιματικής αλλαγής και χωρίς κοινή σχεδίαση και συνισταμένη δεν μπορούν να παράγουν οικονομική, αναπτυξιακή και κοινωνική υπεραξία.

Είμαστε, δυστυχώς, η μόνη ευρωπαϊκή χώρα χωρίς εθνική βάση κλιματολογικών δεδομένων (κατά GCOS) που να είναι ανοιχτή και ηλεκτρονικά προσβάσιμη στους δημόσιους φορείς, τα ΑΕΙ, τα ερευνητικά κέντρα και τον πολίτη. Ενημερώθηκα πρόσφατα από την ΕΜΥ ότι σύντομα θα δημοσιεύσει τα κλιματολογικά δεδομένα της χώρας των τελευταίων δεκαετιών που έχουν καταγραφεί από το δικό της δίκτυο και αυτό της ΔΕΗ.

Αξίζουν συγχαρητήρια στην ΕΜΥ και στη ΔΕΗ για αυτή την κοινή προσπάθεια. Ομως το πρόβλημα δεν λύνεται, αφού συνεχίζουμε -ακόμα και σήμερα!- να επενδύουμε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε δράσεις, μελέτες και δημόσια έργα τα οποία πρέπει δήθεν να πραγματοποιηθούν για κλιματολογικούς σκοπούς και την πρόληψη φυσικών καταστροφών, χωρίς η χώρα να διαθέτει ενιαία εθνική βάση δεδομένων για το κλίμα και τεκμηριωμένες προγνώσεις.



Ποιος είναι;

O Βασίλης Κωστόπουλος, μετεωρολόγος, απόφοιτος του Τμήματος Μετεωρολογίας της Σχολής Ικάρων και του Μαθηματικού Τμήματος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου.

Μεταπτυχιακές σπουδές στη Μετεωρολογία στο Πανεπιστήμιο του Reading της Μεγάλης Βρετανίας.

Υπηρέτησε για περίπου δύο δεκαετίες στην Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία και ως εθνικός εκπρόσωπος σε διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς Μετεωρολογίας και Διαστήματος για μια δεκαπενταετία. Από το 2007 συνεργάζεται με τη Μονάδα Διαστημικών Προγραμμάτων του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά» της Γενικής Γραμματείας Ερευνας και Τεχνολογίας.

Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι η δημιουργία του εθνικού συστήματος κλιματολογικής παρατήρησης και η ανάπτυξη μεθοδολογικών εργαλείων σχεδίασης για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.

πηγή

Δημοσίευση σχολίου

Από το Blogger.