Ίσως η Θεσσαλία να αδυνατεί στο μέλλον να είναι σιτοβολώνας ή ο βαμβακώνας της Ελλάδας. Ίσως ο Πηνειός να γίνει χείμαρρος διαλείπουσας ροής. Αυτά μπορεί να είναι σύμφωνα με τους ειδικούς το προοίμιο μιας βαθμιαίας ερημοποίησης, για την οποία αν δεν ενδιαφερθούμε τώρα, θα επέλθει με βεβαιότητα. «Η κλιματική αλλαγή θα είναι κάτι που θα διαμορφώσει την εξέλιξη του αιώνα, όχι κάτι το οποίο ο αιώνας μπορεί να αποφύγει», αναφέρει ο Oliver Morton.

Στο πλαίσιο της διαβούλευσης της εθνικής στρατηγικής για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή φορείς καταθέτουν τις προτάσεις τους για τις επιπτώσεις και την αντιμετώπισή της στη Θεσσαλία. Μέχρι τα μέσα του αιώνα η θερμοκρασία στην περιοχή μας θα αυξηθεί από 1 - 1,5 βαθμούς Κελσίου. Στις επιπτώσεις που θα έχει η αύξηση της θερμοκρασίας αναφέρεται ο χημικός - περιβαλλοντολόγος Ζήσης Αργυρόπουλος ξεκαθαρίζοντας ότι πρέπει να κάνουμε σχεδιασμούς έχοντας ως δεδομένο την αύξηση της θερμοκρασίας και όχι να ακολουθούμε σενάρια πώς μπορεί ο κόσμος να φτάσει στην επόμενη ημέρα.

Την ημέρα που θα ανατείλει ο ήλιος και η θερμοκρασία θα έχει αυξηθεί κατά 1 βαθμό Κελσίου η εικόνα που θα παρουσιάζει η Θεσσαλία δεν θα θυμίζει σε τίποτα ούτε καν τη σημερινή μιας και ήδη η φύση δείχνει τα σημάδια της.

Θα μειωθεί η φέρουσα ικανότητα των ποταμών συνεχούς ροής, λόγω σοβαρής μείωσης των χιονοπτώσεων και της αποθηκευτικής ικανότητας των φυσικών αποδεκτών.
Θα είναι ιδιαίτερα συχνά τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Αποτιμώμενα σε ύψος βροχής, μπορεί, αυτές, να είναι ελαφρά μειωμένες, θα προκαλούν όμως περισσότερες ζημίες στα φυσικά οικοσυστήματα και τις καλλιέργειες.

Οι υποδομές στην ενέργεια, τις μεταφορές και τα δίκτυα θα δοκιμαστούν σκληρά, λόγω της αυξανόμενης έντασης και της συχνότητας των ακραίων καιρικών φαινομένων.
Οι σημερινοί τρόποι παραγωγής θα εμπεριέχουν υψηλό ρίσκο υπό τέτοιες συνθήκες και το υπάρχον ασφαλιστικό σύστημα θα αδυνατεί να καλύψει τις προκαλούμενες ζημιές.

Οι παρατεταμένοι καύσωνες θα προκαλέσουν αναστολή παραγωγικών δραστηριοτήτων, δημιουργώντας ταυτόχρονα σοβαρά προβλήματα επιβίωσης στον πληθυσμό, κυρίως των αστικών κέντρων.

Η ερημοποίηση της Θεσσαλικής γης θα επεκταθεί ακόμη περισσότερο, συρρικνώνοντας τη δυνατότητα ανάπτυξης των παραγωγικών δραστηριοτήτων και της επιβίωσης των οικοσυστημάτων.
«Υπ’ αυτές τις ακραίες συνθήκες καλούμαστε να προτείνουμε επιστημονική μεθοδολογία και σενάρια επιβίωσης για το σύνολο των πολιτών, λαμβάνοντας ταυτόχρονα μέτρα για την τιθάσευση της υπερθέρμανσης», αναφέρει ο περιβαλλοντολόγος και προσθέτει: «Πιστεύω ό,τι στην παρούσα φάση, δεν είναι αρκετό να προσπαθήσουμε μόνο για το δεύτερο, βλέποντας την αδράνεια των φαινομένων να μας ακυρώνει τις προσπάθειες και ενίοτε να μας βυθίζει στην απογοήτευση. Κινδυνεύοντας να παρανοηθώ, θεωρώ ότι την έξαρση των παραπάνω φαινομένων θα πρέπει να την εκλάβουμε ως δεδομένη και να προσαρμόσουμε τον αυριανό μας κόσμο στα νέα δεδομένα, όσο κι αν αυτά ακούγονται δυσοίωνα και δεν είναι αρεστά σε κανένα. Η βασική μου διαφωνία με όλα τα σενάρια και τα μοντέλα που έχω μελετήσει διεξοδικά, έγκειται στο ότι αυτά προτείνουν δράσεις, ώστε ο κόσμος να μη φτάσει σε τέτοια δραματικά αδιέξοδα. Εγώ αντίθετα, θεωρώ επιβεβλημένο, να εντάξουμε τη διαχείριση κινδύνου σε κάθε σενάριο ανάπτυξης, υιοθετώντας κι αυτό της αναπόφευκτης ανόδου της θερμοκρασίας εξαιτίας της αδράνειας των συστημάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη καταστροφή. Ως εκ τούτου προτείνω να αναληφθούν δράσεις που αφενός θα αποσκοπούν στη συγκράτηση της υπερθέρμανσης και αφετέρου, κυρίως, στην προσαρμογή των υποδομών μας και των παραγωγικών πρακτικών στις νέες, αναπόφευκτες συνθήκες. Πολλές φορές ξεκινώντας απ’ το δεύτερο ικανοποιείς και το πρώτο. Κι αυτό αποτελεί διπλό κέρδος και μας κάνει πιο ανθεκτικούς απέναντι στις δυσκολίες».

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Ο άνθρωπος θα κληθεί να επιβιώσει σε νέες περιβαλλοντικές συνθήκες. Σε ό,τι αφορά την περιοχή της Θεσσαλίας και προβάλλοντας τα σημερινά δεδομένα στις ανάγκες που θα διαμορφωθούν στο μέλλον, υπό τις αναμενόμενες τότε σύμφωνα με τους ειδικούς θα πρέπει να απαντηθούν ερωτήματα όπως τι είδους γεωργία θα μπορέσει να αναπτυχθεί; Πώς μπορεί η εκτατική κτηνοτροφία να αναπτυχθεί σε εδάφη όπου θα έχει μειωθεί δραστικά η φυτοκάλυψη; Πώς θα συγκρατηθεί σε ανεκτά επίπεδα η διάβρωση των εδαφών, σε συνθήκες έντονων και συχνών πυρκαγιών στα δάση; Ποιο ασφαλιστικό σύστημα και ποιο καθεστώς αγροτικών αποζημιώσεων θα είναι σε θέση να καλύπτει τις ζημιές στη γεωργία, λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων; Πώς θα ανταποκριθούν οι αστικές υποδομές υπό την ένταση των καιρικών φαινομένων και κυρίως την έλλειψη νερού; Πώς θα διατηρηθεί η κοινωνική ειρήνη υπό συνθήκες εντάσεων κάθε μορφής; Πόσο εφικτό θα είναι, σε μια απροετοίμαστη κοινωνία, να εξακολουθήσει να αναπτύσσει την τοπική της οικονομία και πόσο ανθεκτική θα είναι αυτή απέναντι στην παγκόσμια αγορά και τους οικονομικούς κολοσσούς που θα έχουν προλάβει τις εξελίξεις, αναπτύσσοντας καινούρια δυναμική σε όλους τους τομείς; Πόσο αξιόπιστο κι αποτελεσματικό θα είναι ένα σύστημα υγείας που θα έχει να αντιμετωπίσει ακραίες συνθήκες ζωής των πολιτών; Ποιες μπορεί να είναι οι μορφές τουρισμού, που θα αναπτυχθούν υπ’ αυτές τις συνθήκες και ποιες οι αντοχές των σημερινών μορφών;

«Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι καλούμαστε να αναπτύξουμε τη δημιουργικότητά μας σε αυτό το νέο τοπίο, κυρίως αποδεχόμενοι το γεγονός ότι αυτό ήλθε για να μείνει και ότι για πολλά χρόνια θα είναι εχθρικό και απρόβλεπτο», υπογραμμίζει ο Ζήσης Αργυρόπουλος συμπληρώνοντας ότι «δεν πρέπει να αφεθούμε άβουλοι κι ανυπεράσπιστοι στις εξελίξεις ή αν μονομερώς σπαταλάμε όλη μας την ενεργητικότητα στην αντιμετώπιση του φαινομένου της υπερθέρμανσης του πλανήτη αποκλειστικά με όρους τεχνολογίας. Κάποιος, λοιπόν, πρέπει να δείξει προσαρμοστική ικανότητα. Κι αυτός προφανώς δεν είναι ο καιρός ούτε το κλίμα ούτε η κλιματική αλλαγή».

ΜΟΝΤΕΛΟ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ

Παράλληλα, ο κ. Αργυρόπουλος εξηγεί πώς μπορεί να σχεδιαστεί ένα μοντέλο προσαρμογής στην κλιματική μεταβολή στη Θεσσαλία. Η Θεσσαλία αποτελεί τη μικρογραφία ενός γεωγραφικού χώρου, όπου αναπτύσσονται όλες οι παραγωγικές δραστηριότητες: βιομηχανία, γεωργία, αλιεία, τουρισμός. Έχει τέσσερα μεγάλα αστικά κέντρα και αρκετά μικρότερα που μπορούν κάλλιστα να αναπτύξουν σχέσεις ισορροπίας με την περιβάλλουσα ύπαιθρο και τη βιομηχανία στα πρότυπα της «αστικής οικόσφαιρας». Διαθέτει ουσιαστικά ένα μόνο ποταμό συνεχούς ροής και σημαντικό αριθμό παραποτάμων που η κακή διαχείρισή τους σε συνάρτηση με τις επαπειλούμενες κλιματικές μεταβολές είναι σε θέση να τους οδηγήσουν σε καταστάσεις μη αναστρέψιμες. Μεγάλο μέρος του τουρισμού της αναπτύσσεται παραλιακά με υποδομές σχεδιασμένες έτσι, ώστε, να μην είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ακραίες καταστάσεις. Η γεωργική της παραγωγή συμβάλλει ή μπορεί να συμβάλλει περισσότερο αποφασιστικά στην επάρκεια αγαθών για τους κατοίκους της αλλά και τη χώρα μας γενικότερα. Αναπτύσσεται σε όλα τα υψόμετρα, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει πλούσια ποικιλία οικοσυστημάτων, αρκετές και σημαντικές περιοχές NATURA 2000, και μεγάλο αριθμό ενδημικών και σπάνιων ειδών χλωρίδας. Ωστόσο, τα δασικά της οικοσυστήματα κινδυνεύουν ιδιαίτερα με την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας.
Στο πλαίσιο της διαβούλευσης για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή ο περιβαλλοντολόγος Ζήσης Αργυρόπουλος διευκρινίζει ότι «κάποιοι που κλείνουν την αγωνία των ανθρώπων για το μέλλον του πλανήτη αλλά και το δικό τους σε στατιστικές δεν κατάλαβαν ακόμα κάτι πιο σημαντικό: η βία του μέλλοντος θα είναι πολύ πιο επώδυνη από τη σημερινή εφόσον η ενασχόλησή μας με το ζήτημα του κλίματος εξαντλείται μόνο στις στατιστικές αξιολογήσεις. Η κλιματική αλλαγή θα κάνει τη Γαία να συμπεριφέρεται με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που έχουμε έως τώρα συνηθίσει. Αν η προσαρμογή δεν είναι παγκόσμια τότε θα είναι άνευ ουσίας».

Ζωή Παρμάκη

www.eleftheria.gr

Δημοσίευση σχολίου

Από το Blogger.